μαστός

Αδενικό όργανο, το οποίο στον άντρα είναι υπολειμματικό και μη λειτουργικό, στη γυναίκα όμως αναπτύσσεται πλήρως και αποτελεί το όργανο του θηλασμού. Οι μ. υπάγονται στα όργανα της αναπαραγωγής· το αδενικό τους στοιχείο είναι ορμονοεξαρτώμενο και διαφέρει σε μορφή και λειτουργικότητα, ανάλογα με την ηλικία, τη φάση του ωοθηκικού κύκλου ή της κύησης και της λοχείας. Η έκκριση γάλακτος αρχίζει στη μητέρα μετά τον τοκετό. Στο άκρο κάθε μ. υπάρχει η θηλή, η οποία περιβάλλεται από την έγχρωμη άλω. Η επιφάνεια της άλω είναι ανώμαλη, εξαιτίας των σμηγματογόνων αδένων, σκοπός των οποίων είναι να παρεμποδίζουν τον ερεθισμό από το σάλιο των νεογνών. Ο αριθμός των μ. στα θηλαστικά είναι ανάλογος με τον αριθμό των νεογνών που γεννούν. Στον άνθρωπο οι μ. είναι πάντα δύο και βρίσκονται στο μπροστινό τοίχωμα του θώρακα. Ο μαζικός αδένας αποτελείται από 10-20 ανεξάρτητους αδένες, τα λόβια, που χωρίζονται μεταξύ τους από συνδετικό ινώδη και λιπώδη ιστό, όπου διέρχονται αγγεία, λεμφαγγεία και νεύρα. Καθένας από τους αδένες αυτούς διαθέτει έναν γαλακτοφόρο πόρο, ο οποίος μεταφέρει το γάλα στη θηλή κατά την περίοδο της γαλακτοφορίας. Η ανάπτυξη και η διαμόρφωση των μ. αποτελεί ανθρωπολογικό χαρακτηριστικό των φυλών. Ο μ. μπορεί να αποτελέσει έδρα φλεγμονών, όγκων και ανωμαλιών στη διάπλαση. Κυριότερες από τις παθήσεις του μ. είναι η οξεία μαστίτιδα, η οποία συνήθως οφείλεται σε μόλυνση της θηλής, και ειδικές μορφές φλεγμονής (παρασίτωση, φυματίωση, σύφιλη, ακτινομυκητίαση). Οι όγκοι του μ. μπορεί να είναι καλοήθεις ή κακοήθεις, γι’ αυτό πρέπει κάθε όγκος του μ. να αφαιρείται και να εξετάζεται ιστολογικά. Η αυτοψηλάφηση, η περιοδική κλινική εξέταση από ειδικευμένο γιατρό και η μαστογραφία αποτελούν τους κύριους τρόπους πρόληψης κατά του καρκίνου του μ., ο οποίος είναι η συχνότερη μορφή καρκίνου στις γυναίκες. μαστεκτομή. Χειρουργική αφαίρεση όλου ή μέρους του μ., συνήθως για τη θεραπεία καρκίνου του μ. Εφαρμόζονται διάφορες μορφές μαστεκτομής, όπως απλή ή ολική μαστεκτομή (αφαίρεση του μαστού), ριζική μαστεκτομή (αφαίρεση του μαστού και των επιχωρίων λεμφαδένων), απλή ογκεκτομή ή τμηματική μαστεκτομή (αφαίρεση του όγκου επί υγιούς ιστού) κ.ά. Η σύγχρονη ιατρική τείνει να υιοθετήσει την τμηματική μαστεκτομή σε συνδυασμό με ακτινοβολία ή και χημειοθεραπεία. μαστίτιδα. Φλεγμονή του μαστού. Οι μ. διακρίνονται σε οξείες και χρόνιες και ενίοτε σχετίζονται με τον θηλασμό. Οι πρώτες εμφανίζονται ως επιπλοκή του θηλασμού και συνήθως αφορούν τον ένα μ. Τα μικρόβια, συνηθέστερα σταφυλόκοκκος, φτάνουν στον αδένα διά μέσου των γαλακτοφόρων πόρων, από την επιφάνεια του δέρματος του μ., λόγω μικροτραυματισμών κατά τον θηλασμό ή διά της λεμφικής οδού. Τα συμπτώματα συνίστανται σε πυρετό, διόγκωση και ερυθρότητα της περιοχής σε συνδυασμό με έντονο πόνο. Θεραπευτικά συνιστώνται υγρές και ζεστές κομπρέσες, συνέχιση του θηλασμού όταν είναι εφικτή και αντιβιοτικά που δεν διέρχονται τον φραγμό μεταξύ γάλακτος και αίματος μητέρας για να μην επιδρούν στο νεογνό. Στις μ. που δεν εξαρτώνται από τον θηλασμό, περιλαμβάνονται εκείνες της γέννησης, της ήβης και της εμμηνόπαυσης, που οφείλονται σε ορμονικά αίτια. μαστογραφία. Αντινοδιαγνωστική μέθοδος των μ. και ιδιαίτερα των μαζικών αδένων, που χρησιμοποιεί μικρή δόση ακτίνων Χ. Ο υπό εξέταση μ. τοποθετείται σε στερεή επίπεδη ακτινογραφική επιφάνεια και πάνω του εφαρμόζεται σταθερή πίεση με κατάλληλη συσκευή. Διοχετεύεται μικρή ποσότητα ακτινοβολίας Χ και το αποτέλεσμα της εξέτασης καταγράφεται σε ακτινογραφικό φιλμ. Σε συνδυασμό με τη μηνιαία αυτοψηλάφηση και την περιοδική ιατρική κλινική εξέταση των μ. της γυναίκας, η μαστογραφία αποτελεί τον αποτελεσματικότερο μέχρι σήμερα τρόπο διάγνωσης του αρχόμενου καρκίνου του μ. Η ψηλάφηση και η μαστογραφία είναι συμπληρωματικές εξετάσεις, καθώς ένα ποσοστό ογκιδίων δεν ανακαλύπτεται από τη μια ή την άλλη μέθοδο. Παρότι οι απόψεις ποικίλλουν, γενικά συνιστάται η πρώτη μαστογραφία σε γυναίκες που βρίσκονται σε ηλικία 35-40 ετών, επανάληψη της εξέτασης έως την ηλικία των 50 ετών κάθε δύο χρόνια και μετά από αυτήν την ηλικία, κάθε χρόνο. Σε γυναίκες που κατατάσσονται στην ομάδα υψηλού κινδύνου να παρουσιάσουν καρκίνο του μ., όπως για παράδειγμα λόγω κληρονομικότητας, η ηλικία έναρξης και η συχνότητα προσαρμόζεται ανάλογα.
* * *
ο (ΑM μαστός και μασθός, Α ιων. τ. μαζός, δωρ. τ. μασδός)
1. (ανατ.-φυσιολ.) ημισφαιρική προεξοχή, ανά μία στα δύο πλάγια τής πρόσθιας επιφάνειας τού θώρακα, που περιέχει τους γαλακτοπαραγωγούς αδένες οι οποίοι στη γυναίκα αναπτύσσονται πλήρως και μετά τον τοκετό εκκρίνουν γάλα, απαραίτητο για την ανάπτυξη και διατροφή τών βρεφών, ενώ στον άντρα είναι υποτυπώδεις, δεν αναπτύσσονται και δεν έχουν εκκριτική λειτουργία, βυζί
2. ζωολ. στον πληθ. οι μαστοί
αμφοτερόπλευρα και συμμετρικά αδενικά όργανα που εντοπίζονται στο στήθος, στην κοιλιά και στη βουβωνική χώρα τών θηλαστικών ζώων και τών οποίων ο αριθμός ποικίλλει
3. καθετί το οποίο είναι στρογγυλό και έχει σχήμα που μοιάζει με μαστό
νεοελλ.
1. ναυτ. μικρή προεξοχή που φέρει οπή ρύθμισης ροής υγρού
2. τεχνολ. σωληνοειδές εξάρτημα, συνήθως μεταλλικό, με εξωτερικό σπείρωμα και στα δύο άκρα για τη σύνδεση δύο σωλήνων
3. φρ. «μαστοί τής Αφροδίτης» — είδος μεγάλων ροδακίνων
αρχ.
1. στρογγυλό πλέγμα τοποθετημένο στην άκρη κυνηγετικού διχτιού
2. (ιδίως στους Παφίους) είδος κυπέλλου που είχε σχήμα ημισφαιρικό και έμοιαζε με μαστό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Οι λ. μαστός (πιθ. < *μαδτός) και μαζός (πιθ. < *μαδ-jος) μπορούν να συνδεθούν με το θ. τού ρήματος μαδῶ* και σημασιολογικά, αν ληφθεί υπ' όψιν η διαδικασία λήψης τής τροφής από τον μαστό, κατά τον θηλασμό. Ο τ. μασθός είναι δευτερεύων, σχηματισμένος αναλογικά προς λέξεις που δηλώνουν άλλα μέρη τού σώματος (πρβλ. βρόχθος, κύσθος, στήθος). Μακρινή, τέλος, σύνδεση με το θ. μα- τού μάμμη* δεν είναι απίθανη.
ΠΑΡ. μαστάρι(-ον), μαστίο(ν), μαστώδης
νεοελλ.
μαστικός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ.
μαστόδεσμος, μαστόδετον, μαστοδοτώ, μαστοφαγής
μσν.
μαστομαγερεία
νεοελλ.
μαστεκτομή, μαστογραφία, μαστοειδεκτομή, μαστοειδίτιδα, μαστοκύτταρο, μαστοπάθεια, μαστοπηξία, μαστοπλαστική, μαστοπτωσία, μαστωδυνία. (Β' συνθετικό) αρχ.
βαρύμαστος, βούμαστος, γυναικόμαστος, δεκάμαζος, μονόμαζος, ολόμαζος, φιλόμαστος, υπέρμαζος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μαστός — b masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαστός — [мастос] ουσ. о. грудь, вымя …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μαστός — ο οι ειδικοί αδένες της γυναίκας και των άλλων θηλαστικών ζώων που εκκρίνουν το γάλα, το βυζί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θα(υ)μαστός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που προκαλεί θαυμασμό, ο άξιος θαυμασμού: Θαυμαστά τα έργα του Κυρίου. – Θαυμαστή ικανότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαζοῖν — μαστός b masc gen/dat dual (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαζοῖο — μαστός b masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαζοῖς — μαστός b masc dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαζοῖσι — μαστός b masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαζοῖσιν — μαστός b masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαζοί — μαστός b masc nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.